ἐξαπατήσω

ἐξαπατήσω
ἐξαπατάω
deceive
aor subj act 1st sg (attic ionic)
ἐξαπατάω
deceive
fut ind act 1st sg (attic ionic)
ἐξᾱπατήσω , ἐξαπατάω
deceive
aor ind mid 2nd sg (attic doric ionic aeolic)
ἐξαπατάω
deceive
aor subj act 1st sg (attic ionic)
ἐξαπατάω
deceive
fut ind act 1st sg (attic doric ionic aeolic)
ἐξᾱπατήσω , ἐξαπατάω
deceive
futperf ind act 1st sg (attic doric ionic aeolic)
ἐξαπατάω
deceive
aor ind mid 2nd sg (attic ionic)
ἐξαπατάω
deceive
aor ind mid 2nd sg (attic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • μπλοφάρω — [μπλόφα] 1. (στο χαρτοπαίγνιο) προσπαθώ να εξαπατήσω τον αντίπαλο με τη δημιουργία τής εντύπωσης ότι έχω καλύτερο χαρτί από το δικό του 2. μεταχειρίζομαι απατηλό λόγο ή ψεύτικη ενέργεια ή, γενικά, τηρώ στάση τέτοια ώστε να εξαπατήσω ή να… …   Dictionary of Greek

  • δελεάζω — (AM δελεάζω) [δέλεαρ] 1. πιάνω ψάρι προσαρμόζοντας δόλωμα στο αγκίστρι 2. παρασύρω, εξαπατώ κάποιον (α. «τον δελέασε με τα νάζια της» β. «δελεάζοντες τά πλήθη κατά πάντα τρόπον» παρασύροντας τα πλήθη με κάθε τρόπο γ. «δελεάζω ἄγκιστρον ἐπ ἄλλους» …   Dictionary of Greek

  • μαγγανεύω — (Α μαγγανεύω) [μάγγανο]. 1. κάνω μάγια, χρησιμοποιώ μαγικά, σαγηνευτικά φίλτρα ή θέλγητρα («οὐκοῡν σὲ τὴν Κίρκην γε τὴν φάρμακ ἀνακυνῶσαν καὶ μαγγανεύουσαν μολύνουσάν τε τοὺς ἑταίρους», Αριστοφ.) 2. εξαπατώ με τεχνικά μέσα, με ιατρικά ή μαγευτικά …   Dictionary of Greek

  • μηχανεύομαι — (ΑΜ μηχανεύομαι) [μηχανή] 1. επινοώ, σοφίζομαι 2. μεταχειρίζομαι πονηρά ή δόλια μέσα για να εξαπατήσω, μηχανορραφώ, βυσσοδομώ μσν. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) μηχανεμένος, η, ον πονηρός, πανούργος …   Dictionary of Greek

  • παγιδεύω — (ΑΜ παγιδεύω) [παγίς, ίδος] 1. στήνω παγίδα ή πιάνω με παγίδα 2. μτφ. χρησιμοποιώ ανέντιμα και δόλια μέσα προκειμένου να δελεάσω και εξαπατήσω κάποιον αρχ. παθ. παγιδεύομαι καταλαμβάνομαι από έρωτα …   Dictionary of Greek

  • παραποιώ — παραποιῶ, έω, ΝΜΑ κάνω κάτι όμοιο με κάτι άλλο για να εξαπατήσω κάποιον, κατασκευάζω κάτι κατ απομίμηση για εξαπάτηση, νοθεύω, κιβδηλεύω («παραποιώ νόμισμα» παραχαράσσω νόμισμα) νεοελ. διαστρεβλώνω, αλλοιώνω («παραποίησε το νόημα τού αποσπάσματος …   Dictionary of Greek

  • παραφουσκώνω — 1. φουσκώνω κάτι υπέρμετρα 2. μτφ. α) μεγαλοποιώ, υπερβάλλω πολύ («μην τά παραφουσκώνεις τα κατορθώματά σου») β) εξογκώνω κάτι για να εξαπατήσω κάποιον («τόν παραφούσκωσες τον λογαριασμό») …   Dictionary of Greek

  • παραψεύδομαι — ΜΑ απατώ, παραποιώ κάτι για να εξαπατήσω («ὅσα παραψεύδεται τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν», Γρηγ. Νύσ.) …   Dictionary of Greek

  • περικαλύπτω — ΝΜΑ επικαλύπτω, σκεπάζω ολόγυρα, περιβάλλω κάτι από όλα τα μέρη (α. «καὶ ἤρξαντό τινες... περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῡ», ΚΔ. β. «πολέμοιο νέφος περὶ πάντα καλύπτει», Ομ. Ιλ.) αρχ. 1. μέσ. περικαλύπτομαι σκεπάζομαι ολόγυρα, από όλες τις μεριές… …   Dictionary of Greek

  • πονηρεύω — ΝΜΑ [πονηρός] μέσ. πονηρεύομαι α) ενεργώ πονηρά, συμπεριφέρομαι με πανουργία, μεταχειρίζομαι τεχνάσματα και δόλο για να εξαπατήσω β) κάνω πονηρές σκέψεις εναντίον κάποιου νεοελλ. 1. ενεργ. α) κάνω κάποιον πονηρό («μην τό πονηρεύεις το παιδί») β)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”